English
Σχεδόν κάθε ασθενής που δεν χρειάζεται χειρουργείο ή εντατική, μπορεί με ασφάλεια να νοσηλεύεται στο σπίτι του. Όλο το 24 γιατροί και νοσηλευτές βρίσκονται σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσουν κάθε επείγον περιστατικό σε όλη την Αττική.
Γιατροί επισκέπτονται τους ασθενείς όλες τις ώρες του 24ώρου
Κατ' Οίκον Νοσηλεία - Γιατροί στο σπίτι όλο το 24ωρο
Αμέσως γιατρός στο σπίτι Ιατροί Κατ' Οίκον

Ιατρικές Επισκέψεις

Ιατρικές επισκέψεις όλο το 24ωρο και όλο το χρόνο με σύγχρονα εξοπλισμένες κινητές μονάδες για αντιμετώπιση κάθε επείγοντος ή χρόνιου περιστατικού.


Νοσηλευτικές επισκέψεις

Νοσηλευτές με άρτια κατάρτιση πραγματοποιούν επισκέψεις για εκτέλεση νοσηλευτικών πράξεων (περιποίηση κατακλίσεων, φροντίδα στομιών, αλλαγές τραυμάτων, αντικαταστάσεις καθετήρων κλπ).


Νοσηλεία στο σπίτι

Ο ασθενής νοσηλεύεται στο σπίτι σαν να ήταν στο νοσοκομείο...

<<Προηγούμενο      Επόμενο>>

Το Νάτριο

    Κώστας Μαυροματίδης
    Διευθυντής Νεφρολογικού Τμήματος Κομοτινής

    Καθημερινά προσλαμβάνονται από τους ενήλικες 100-200 mEq νατρίου ή περίπου 6-12 gr NaCI. Το νάτριο αποτελεί τον κύριο ηλεκτρολύτη του εξωκυττάριου υγρού (95% της συνολικής του ποσότητας), όπου με την ανταλλάξιμη ποσότητά του προσδιορίζει τον όγκο του χώρου αυτού. Μεταφέρεται ενεργητικά από τον ενδοκυττάριο προς τον εξωκυττάριο χώρο και η συγκέντρωσή του προσδιορίζει την ωσμωτικότητα του τελευταίου. Το νάτριο είναι συνδεμένο κυρίως με χλώριο και διττανθρακική ρίζα. Τα τρία αυτά είναι τα βασικότερα ιόντα του εξωκυττάριου χώρου. Το σπειραματικό διήθημα αποτελεί υπερδιήθημα του ορού και παράγεται από τη δράση της υδροστατικής πίεσης (που είναι ίση με 45 mmHg) στα τριχοειδή των σπειραμάτων. Η υδροστατική πίεση είναι αρκετά υψηλότερη από αυτή που υπάρχει στα συστηματικά τριχοειδή), γεγονός που σημαίνει ότι περιέχει την ίδια περίπου σε νάτριο ότι και ο ορός. Έτσι αφού σε φυσιολογικά άτομα παράγονται 120 ml/min σπειραματικού διηθήματος ή 180 lit/ημέρα, το διηθούμενο φορτίο νατρίου ισούται περίπου με 17 mEq/min ή 25200 mEq/ημέρα, το οποίο στη συνέχεια επαναρροφάται στα νεφρικά σωληνάρια σε ποσοστό πάνω από το 99% και μόνο το 1% (περίπου 150 mEq/ημέρα) απεκκρίνεται στα ούρα. Είναι πολύ σημαντικό που η επαναρρόφηση και η διήθηση του νατρίου είναι αλληλένδετες λειτουργίες και μικρές μεταβολές στη σπειραματική διήθηση (GFR) προκαλούν μεγάλη κατακράτηση ή απώλεια νατρίου του οργανισμού (σπειραματοσωληναριακή ισορροπία).

    Η αλδοστερόνη (ALD) επηρεάζει σημαντικά την επαναρρόφηση του νατρίου στα άπω σωληνάρια και είναι υπεύθυνη για την επαναρρόφηση του 5% της ποσότητας του νατρίου που διηθείται. Η διαδικασία αυτή είναι ενεργητική και λαμβάνει χώρα εναντίον τόσο χημικής, όσο και ηλεκτρικής κλίσης που υπάρχει. Η έκκριση της ALD διεγείρεται από τη μείωση του εξωκυττάριου όγκου υγρών και καταστέλλεται από την αύξησή του. Επίσης στα εγγύς σωληνάρια στην επαναρρόφηση του νατρίου επιδρά και η κολλοειδωσμωτική πίεση (ΚΩΠ) των περισωληναριακών τριχοειδών. Το νατριουρητικό πεπτίδιο προκαλεί νατριούρηση όταν αυξάνεται ο εξωκυττάριος όγκος υγρών και δρα αυξάνοντας τη GFR και μειώνοντας την επαναρρόφηση του νατρίου στα αθροιστικά σωληνάρια.

    Σε περιπτώσεις μείωσης του εξωκυττάριου όγκου υγρών πρέπει να αναμένεται σχεδόν πλήρης εξαφάνιση του νατρίου από τα ούρα, ενώ αντίθετα σε περιπτώσεις διαστολής του επιτείνεται η αποβολή του. Κατά την ευογκαιμία οι νεφροί απεκκρίνουν το NaCI που προσλαμβάνεται καθημερινά με την τροφή, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν υπάρχουν φυσιολογικές τιμές νατρίου και χλωρίου ούρων.

    4.1. Ισοζύγιο νατρίου

    Οι ημερήσιες ανάγκες σε χλωριούχο νάτριο είναι περίπου 4 gr (4x17=68 mEq NaCI), ενώ η μέση ημερήσια πρόσληψη είναι αρκετά μεγαλύτερη (περίπου 10 gr ΝaCI ή 170 mEq Na+). Έτσι η ποσότητα του νατρίου που καταναλώνει καθημερινά ο άνθρωπος δεν είναι αυτή που πραγματικά χρειάζεται, αλλά αυτή που λόγω συγκεκριμένων συνθηκών έχει συνηθίσει να προσλαμβάνει. Ειδικότερα, η αυξημένη κατανάλωση νατρίου αποτελεί μία από τις κακές συνήθειες του σύγχρονου ανθρώπου, χωρίς βέβαια να θεωρείται το ιόν αυτό ασήμαντο για τη ζωή. Αντίστοιχα η αποβολή του εξαρτάται από την ποσότητα που προσλαμβάνεται καθημερινά, χωρίς να συμβαδίζουν υποχρεωτικά πρόσληψη και αποβολή. Μάλιστα, σε κάθε περίπτωση που αυξάνεται η πρόσληψή του, από άτομο που ήταν σε δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο, ο οργανισμός αποβάλλει την πρώτη ημέρα το 50% της επιπλέον ποσότητας που προσελήφθη, την επόμενη αν η πρόσληψη παραμείνει σταθερή αποβάλλει το 75% κ.ό.κ., μέχρι την 4η-5 η ημέρα από την αυξημένη πρόσληψή του, οπότε πετυχαίνεται νέα ισορροπία με υψηλότερο εξωκυττάριο και δραστικό όγκο κυκλοφορίας. Ακριβώς τα αντίθετα συμβαίνουν σε μείωση της προσλαμβανόμενης ποσότητας νατρίου. 

    Όσον αφορά στο ολικό νάτριο του οργανισμού είναι περίπου 75 mEq/Kg.Σ.Β. και είναι κατά τα 3/4 ανταλλάξιμο και κατά το 1/4 αδρανές (άλατα οστών). Κατανέμεται περίπου κατά 50% στο εξωκυττάριο υγρό, 10% στο ενδοκυττάριο υγρό και 40% στα οστά (Διάγραμμα 5). Η φυσιολογική του συγκέντρωση στον ορό (137-142 mEq/L) δεν αντανακλά την απόλυτη ποσότητά του στον οργανισμό, ενώ στη διατήρηση των επιπέδων αυτών ασκεί μεγαλύτερη επίδραση το ισοζύγιο του ύδατος, παρά η συνολική του ποσότητα. Είναι βέβαια παράδοξο η συγκέντρωση του νατρίου του ορού να μη παρέχει πληροφορίες για το ισοζύγιό του, ενώ ταυτόχρονα ο προσδιορισμός του παρέχει αρκετά ακριβείς πληροφορίες για την περιεκτικότητα του οργανισμού σε ύδωρ. Έτσι, οι διαταραχές του νατρίου του ορού αποτελούν κατά βάση διαταραχές μεταβολισμού του ύδατος.

    ΟΛΙΚΟ ΝΑΤΡΙΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ 100% ΕΝΔΟΚΥΤΤΑΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
    ΟΣΤΑ=40%
    ΚΥΤΤΑΡΑ=10%
    ΕΞΩΚΥΤΤΑΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ=50%

    Διάγραμμα 5 : Κατανομή του νατρίου στα διαμερίσματα του οργανισμού

    Αν και είναι δυνατό να υπάρξουν περιπτώσεις μεμονωμένης ελάττωσης ή αύξησης του νατρίου ή του ύδατος του οργανισμού, οι περισσότερες κλινικές διαταραχές που αφορούν στα στοιχεία αυτά είναι μικτές. Ωστόσο, η μεμονωμένη ελάττωση ή αύξηση του ύδατος του οργανισμού αφορά τόσο στον ενδοκυττάριο, όσο και στον εξωκυττάριο χώρο (κατά τα 2/3 τον ενδοκυττάριο και κατά το 1/3 τον εξωκυττάριο, αφού φυσιολογικά αυτή είναι η κατανομή του), με αποτέλεσμα συνήθως να μη διαπιστώνονται κλινικές εκδηλώσεις από μεταβολές του εξωκυττάριου και του ενδαγγειακού όγκου ή κι αν διαπιστώνονται να μην είναι έντονες. Αντίθετα, οι εκδηλώσεις από το ΚΝΣ (λόγω μεταβολής της Ω.Π. των εγκεφαλικών κυττάρων) είναι οι συχνότερες και πλέον έκδηλες και κυμαίνονται από διαταραχές του επιπέδου συνειδήσεως, διαταραχής της προσωπικότητας, ευερεθιστότητα, υπερπυρεξία και φθάνουν μέχρι τη σύγχυση, το κώμα και τον θάνατο. Αντίθετα η μεμονωμένη μείωση του νατρίου χαρακτηρίζεται από ευρήματα που αφορούν στη μείωση του ΕΞΥ και του ενδαγγειακού όγκου. Έτσι όταν αυτή είναι μέτρια, η μοναδική μεταβολή που παρατηρείται είναι η μείωση της σπαργής του δέρματος και της τάσεως των βολβών των οφθαλμών. Όταν όμως ο εξωκυττάριος όγκος υγρών μειωθεί πάνω από 5%, υπάρχουν και ενδείξεις μείωσης του ενδαγγειακού όγκου (ελάττωση συστολικής αρτηριακής πίεσης >10 mmHg) και της κεντρικής φλεβικής πίεσης (ΚΦΠ).

    Τα παραπάνω συμβαίνουν επειδή η ελάττωση της πυκνότητας του νατρίου στον εξωκυττάριο χώρο προκαλεί μετακίνηση ύδατος προς τον ενδοκυττάριο, ενώ η αύξηση της πυκνότητάς του προκαλεί μετακίνηση ύδατος από τον ενδοκυττάριο προς τον εξωκυττάριο χώρο. Αυτή, όσον αφορά στα εγκεφαλικά κύτταρα αποτελεί την αιτία εμφάνισης κλινικών εκδηλώσεων, σε κάθε μεταβολή της Ω.Π.. Στην κλινική πράξη αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η ελάττωση του νατρίου στον ορό, η οποία αναφέρεται σαν υπονατριαιμία, δε σημαίνει απαραίτητα και μείωση της ποσότητας του ιόντος αυτού, αλλά αντίθετα μπορεί να υποδηλώνει ότι το ύδωρ του τελευταίου είναι περισσότερο από αυτό που θα έπρεπε για τη δεδομένη ποσότητα νατρίου. Με άλλα λόγια μπορεί να υπάρχει υπονατριαιμία και επί αυξήσεως του νατρίου του οργανισμού, αν ταυτόχρονα αυξηθεί η ποσότητα του ύδατος σε μεγαλύτερο βαθμό.

    Οι νεφροί μπορούν φυσιολογικά να μειώσουν την αποβολή του νατρίου μέχρι γύρω στα 5 mEq/L, ενώ σε υπερφόρτωση με νάτριο μπορούν να αποβάλλουν μέχρι και 250 mEq/L. Όμως η ποσότητα του νατρίου των ούρων παρέχει πληροφορίες για τον όγκο του ορού κι όχι για την πυκνότητά του στον ενδαγγειακό χώρο. Δηλαδή σε υπονατριαιμία είναι δυνατό να αποβάλλονται στα ούρα σημαντικές ποσότητες νατρίου, όταν ο ΔΟΚ είναι αυξημένος και αντίθετα μπορεί να υπάρχει υπερνατριαιμία με ελάχιστη αποβολή νατρίου στα ούρα, όταν ο ΔΟΚ είναι μειωμένος. Αυτοί είναι οι λόγοι που είναι προτιμότερο να αναφέρεται κανείς σε υπερ- ή υπο-ωσμωτικά σύνδρομα κι όχι σε υπο- ή υπερ-νατριαιμία, γιατί ενώ η υπερνατριαιμία συνοδεύεται πάντα από αύξηση της Ω.Π., η υπονατριαιμία είναι δυνατό να συνυπάρχει με ισότονο, υπότονο αλλά και υπέρτονο εξωκυττάριο χώρο.

    4.2. Παράγοντες που καθορίζουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού

    Αφού τα υγρά του οργανισμού είναι ισοωσμωτικά, η δραστική οσμωτική πίεση (ΔΩ.Π.) προσδιορίζεται από την εξίσωση 13:

    ΔΩΠ σωματικών υγρών=Ωσμώλια (εξωκυττάρια+ενδοκυττάρια)/Ολικό ύδωρ οργανισμού (13)

    Όμως, όπως αναφέρθηκε ήδη, τα άλατα του νατρίου αποτελούν τα σημαντικότερα ωσμώλια του εξωκυττάριου χώρου, ενώ αυτά του καλίου του ενδοκυττάριου, οπότε η παραπάνω εξίσωση γίνεται ως εξής :

    ΔΩ.Π.=2(Ολικό νάτριο+Ολικό κάλιο)/Ολικό ύδωρ οργανισμού, όμως (14)
    ΔΩ.Π.=2 (Νάτριο ορού), οπότε
    2(Νάτριο ορού)=2(Ολικό νάτριο+Ολικό κάλιο)/Ολικό ύδωρ οργανισμού (15)
    και άρα
    Νάτριο ορού =(Ολικό νάτριο+Ολικό κάλιο)/Ολικό ύδωρ οργανισμού (16)

    Από τον τύπο αυτό φαίνεται ότι το ανταλλάξιμο κάλιο έχει επίδραση στο νάτριο του ορού κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε υποκαλιαιμικές καταστάσεις. Έστω λοιπόν ότι χάνεται κάλιο από τον εξωκυττάριο χώρο, λόγω διαρροϊκών κενώσεων ή εμέτων, γεγονός που σιγά-σιγά οδηγεί σε μείωση των επιπέδων του στον ορό. Αυτό δημιουργεί μία κλίση για το κάλιο, κατά την οποία το τελευταίο μετακινείται από τον ενδοκυττάριο προς τον εξωκυττάριο χώρο. Όμως τα πρωτεϊνικά μόρια του ενδοκυττάριου χώρου και οι οργανικές ενώσεις του φωσφόρου, που αποτελούν τα κύρια ενδοκυττάρια ανιόντα, αδυνατούν να μετακινηθούν προς τον εξωκυττάριο χώρο μαζί με το κάλιο (για διατήρηση της ηλεκτρικής ουδετερότητας). Έτσι για να διατηρηθεί η τελευταία μετακινείται νάτριο ή Η+ από τον εξωκυττάριο προς τον ενδοκυττάριο χώρο, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση υπονατριαιμίας, η οποία χαρακτηριστικά δεν αποκαθίσταται αν δεν διορθωθεί προηγουμένως το έλλειμμα του καλίου.

    Αυτό που περιγράφηκε παραπάνω συμβαίνει τόσο σε ασθενείς με υπονατριαιμία, όσο και με υπερνατριαιμία. Όμως από τις εξισώσεις 14 και 16 φαίνεται ότι η υπονατριαιμία συνήθως υπάρχει σε υποωσμωτικές καταστάσεις και διαπιστώνεται σε περιπτώσεις απώλειας νατρίου ή καλίου ή συχνότερα σε κατακράτηση ύδατος. Η αποβολή κυρίως ύδατος δια των νεφρών, αποτελεί μία καλή προστατευτική απάντηση του οργανισμού έναντι της υπονατριαιμίας. Έτσι σε μείωση του νατρίου του ορού σχεδόν πάντοτε υπάρχει διαταραχή της αποβολής του ύδατος δια των νεφρών, που οφείλεται στην παρουσία της αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH).

    Αντίθετα όταν υπάρχει υπερνατριαιμία, η οποία μπορεί να οφείλεται σε χορήγηση ή λήψη νατρίου ή σε απώλεια ύδατος, υπάρχει και υπερωσμωτικότητα στον ορό. Ο σημαντικότερος προστατευτικός μηχανισμός έναντι της υπερνατριαιμίας είναι η διέγερση του αισθήματος της δίψας, οπότε αυξάνεται η πρόσληψη ύδατος και μειώνεται η συγκέντρωση του νατρίου του ορού στα φυσιολογικά επίπεδα. Βέβαια η υπερνατριαιμία συνήθως διαπιστώνεται σε μικρά παιδιά και ηλικιωμένους, οι οποίοι ή δε μπορούν να εκδηλώσουν φυσιολογικά το αίσθημα της δίψας τους (ηλικιωμένοι) ή δεν είναι ικανοί να προσλάβουν ύδωρ (παιδιά).

    Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ρύθμιση της συγκέντρωσης του νατρίου του ορού και άρα η ρύθμιση της ωσμωτικότητάς του, εξαρτάται από το ισοζύγιο του ύδατος στον οργανισμό. Βέβαια μεταβολές στο ισοζύγιο του νατρίου μεταβάλλουν τον όγκο του ορού και την αιμάτωση των ιστών, δεν τροποποιούν όμως τη συγκέντρωσή του στον ορό.

    4.3. Προσδιορισμός νατρίου ορού - Ψευδοϋπονατριαιμία

    Η πρώτη ερώτηση που είναι απαραίτητο να απαντηθεί κάθε φορά που αντιμετωπίζεται ασθενής με υπονατριαιμία είναι αν αυτή είναι πραγματική ή ψευδής, καθώς το νάτριο του ορού έχει άμεση αντανάκλαση στην ωσμωτική πίεση του ενδαγγειακού χώρου. Οι καταστάσεις κατά τις οποίες η μείωση του νατρίου του ορού σχετίζεται με φυσιολογική ή αυξημένη Ω.Π. ορού αποτελούν τις ψευδοϋπονατριαιμίες (Πίνακας 6).

    1. Ψευδοϋπονατριαιμία με φυσιολογική Ω.Π. ορού
    -Σοβαρή υπερλιπιδαιμία
    -       "       υπερλευκωματιναιμία
    2. Υπονατριαιμία με αυξημένη Ω.Π. ορού
    -Υπεργλυκαιμία
    -Χορήγηση υπέρτονου διαλύματος μαννιτόλης


    Πίνακας 6 : Αίτιες ψευδοϋπονατριαιμίας

    4.3.1. Ψευδοϋπονατριαιμία με φυσιολογική Ω.Π. ορού

    Η ύπαρξη υπονατριαιμίας όταν συνοδεύεται από φυσιολογική Ω.Π. δεν προκαλεί κλινικές εκδηλώσεις (αφού αυτές σχετίζονται με τη μεταβολή της Ω.Π. και όχι με την πυκνότητα του νατρίου), έχει όμως σημασία επειδή υποδηλώνει την ύπαρξη της γνωστής ψευδοϋπονατριαιμίας. Η κατάσταση αυτή διαπιστώνεται σε περιπτώσεις μεγάλης υπερλευκωματιναιμίας και υπερλιπιδαιμίας, κατά τις οποίες όταν προσδιορίζεται το νάτριο του ορού, ενώ θεωρείται ότι απαντάται σε 1000 ml του, τελικά κατανέμεται σε πολύ μικρότερο όγκο και άρα κατά την αναγωγή των αποτελεσμάτων λαμβάνεται ψευδώς χαμηλότερη τιμή. Λ.χ. είναι γνωστό ότι σε κάθε 1000 ml πλάσματος τα 930 είναι ύδωρ (93%) και τα υπόλοιπα 70 (7%) λιπίδια και λευκώματα. Όταν λοιπόν το νάτριο του πλάσματος είναι 140 mEq/L, η συγκέντρωση αυτή δεν αντιστοιχεί στα 1000 αλλά στα 930 ml και φυσικά το νάτριο στην πραγματικότητα είναι ίσο με 140/930=151 mEq/L (Διάγραμμα 6). Έτσι αν τα λιπίδια ή τα λευκώματα του ορού είναι ιδιαίτερα αυξημένα, λ.χ. αν καταλαμβάνουν στο πλάσμα διπλάσιο χώρο, από αυτόν που καταλαμβάνουν φυσιολογικά (140 ml), τότε η ίδια ποσότητα νατρίου θα εκτιμάται από το εργαστήριο σαν κατώτερη, λ.χ. 130 mEq/L, παρά το γεγονός ότι η πραγματική είναι σταθερή : 130/860=151 mEq/L. Επειδή όμως η Ω.Π. εξαρτάται από τα σωματίδια που υπάρχουν σε κάθε διαμέρισμα, η συγκεκριμένη υπονατριαιμία δε χρειάζεται καμία θεραπευτική παρέμβαση, αφού δε διαταράσσεται η Ψ.Π..

    Νάτριο
    140 mEq/L σε
    930 ml=151
    mEq/L
    Διαλυμένα μόρια 7% Νάτριο 
    130 mEq/L
    σε 860 ml= 151
    mEq/L
    Διαλυμένα μόρια  1 L
    πλάσμα
    Ύδωρ
    14%
    Ύδωρ

    Διάγραμμα 6 : Σχέση νατρίου ορού και διαλυμένων σωματιδίων (λιπιδίων, λευκωμάτων) σ' αυτόν

    Η μορφή αυτή διαγιγνώσκεται εύκολα από την φυσιολογική Ω.Π. και τη γαλακτώδη όψη του ορού (όταν οφείλεται σε υπερλιπιδαιμία). Το γινόμενο της συγκέντρωσης των λιπιδίων του ορού (mg/dl) επί 0,002 αποδίδουν τα mEq/L μείωσης του νατρίου του ορού που προκαλείται από τη συσσώρευση των σωματιδίων αυτών (Εξίσωση 17). Αντίστοιχα όταν η ψευδοϋπονατριαιμία οφείλεται σε αύξηση των λευκωμάτων του ορού, ο πολλαπλασιασμός του 0,25 επί τα mg/dl των λευκωμάτων πάνω από τα 8 αποδίδει τα mEq/L μείωσης του νατρίου του ορού. Υπάρχει οσμωτικό χάσμα από 30-60 mOsmol/L, το οποίο όπως είναι γνωστό βρίσκεται αυξημένο σε άτομα με υπερλιπιδαιμία, υπερλευκωματιναιμία ή σε λήψη μαννιτόλης. Θεραπευτικά δε χρειάζεται καμία αγωγή εκτός από την προσπάθεια απομάκρυνσης της μαννιτόλης.

    Ολικά λιπίδια (mg%) x 0,002=mEq/L μείωσης Na+ (17)

    4.3.. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Bailly C. Transducing pathways involved in the control of NaCI reabsorption in the thick ascending limb of Henle;s loop. Kidney Int 1998; 53 (Suppl 65): S29-S35.

    Baylis PH. Osmoregulation and control of vasopressin secretion in healthy humans. Am J Physiol 1987; 253: R671-R678.

    de Zeeuw D, Janssen WMT, de Jong PE. Atrial natriuretic factor : Its (patho)physiological significans in humans. Kidney Int 1992; 41: 1115-1133.

    Gonzales-Campoy JM, Romero JC, Knox FG. Escape from the sodium-relating effects of mineralcorticoids. Role of ANF and intrarenal hormone systems. Kidney Int 1989; 35: 767-772.

    Hall JE, Mizelle L, Hildebrandt DA, Brands MW. Abnormal presure natriuresis. A cause or consequence of hypertension. Hypertension 1990; 15: 547-559.

    Korbmacher C, Lentz B, Ackermann A, Volk T. Sodium channels and non-selective cation channels in the cortical collecting duct. Nephrol Dial Transplant 1995; 10: 1546-1550.

    Lang MA. Correlation between osmoregulation and cell volume regulation. Am J Physiol 1987; 252: R768-R773.

    Rose BD. Regulation of plasma osmolality. In : Clinical physiology of acid-base and electrolyte disorders, eds. Rose BD, McGraw-Hill, Inc. New York, 1994; p.p. 261-273.

    Rose BD. The total body water and the plasma sodium concentration. In : Clinical physiology of acid-base and electrolyte disorders, eds. Rose BD, McGraw-Hill, Inc. New York, 1994; p.p. 219-234.

    Weisberg LS. Pseudohyponatremia : A reappraisal. Am J Med 1989; 86: 315-318

     

     

 

Ακτινογραφίες στο σπίτι

Ακτινογραφίες στο σπίτι χωρίς μετακίνηση και ταλαιπωρία του ασθενούς με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας. Εμφανίζονται ψηφιακά τη στιγμή της επισκεψης και στέλονται με e-mail για διάγνωση.


Εξετάσεις αίματος

Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά ο γιατρός κατά τη διάρκεια της επίσκεψης έχει στη διάθεσή του μια σειρά από σημαντικές εξετάσεις:

Ουρία, σάκχαρο, κρεατινίνη, κάλιο, νάτριο, αιματοκρίτη, αιμοσφαιρίνη, anion-gap, αέρια αίματος, γαλακτικό οξύ, χρόνο προθρομβίνης, INR, τροπονίνη, BNP.

Οι εξετάσεις αυτές του επιτρέπουν να διαμορφώσει ολοκληρωμένη άποψη για την κατάσταση του ασθενούς και να αντιμετωπίσει άμεσα κάθε επείγουσα διαταραχή (π.χ. διαταραχές των ηλεκτρολυτών, υπεργλυκαιμία κ.λπ.) ή να διαγνώσει έγκαιρα σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου σε αρχικό στάδιο, αναπνευστική ανεπάρκεια με υπερκαπνία κ.λπ.)

 
© Copyright HOMED 2003 All rights reserved